Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Κ. ΣΚΟΡΔΟΥΛΗΣ: "Μαρξισμός και Οικολογία: Η δύσκολη πορεία προς μια γόνιμη σύνθεση"


Είναι γενικώς αποδεκτό ότι οι θεωρητικές αναζητήσεις της πολιτικής οικολογίας έχουν αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ανανέωση της μαρξιστικής σκέψης στην αυγή του 21ου αιώνα.
Απαιτείται πλέον από τους μαρξιστές μια συνολική κριτική επανεκτίμηση της παραδοσιακής έννοιας των «παραγωγικών δυνάμεων», μια ριζική ρήξη με το τεχνολογικό και οικονομικό παράδειγμα της βιομηχανικής κοινωνίας και της πολιτισμικής λογικής που το συνοδεύει.
Το θεμελιακό επίτευγμα του οικολογικού κινήματος, το οποίο ήδη έχει προκαλέσει μια αλλαγή σε βάθος στη δημόσια ευαισθητοποίηση σε σχέση με τα περιβαλλοντικά προβλήματα, είναι η κατανόηση της έκτασης στην οποία ο Ύστερος Καπιταλισμός έχει καταστρέψει το περιβάλλον. Πράγματι, έχει γίνει κατανοητό ότι η καταστροφή του περιβάλλοντος έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που τίθεται σε κίνδυνο όχι μόνο η ανθρωπότητα, αλλά το σύνολο των έμβιων όντων του πλανήτη. Πρόκειται για ένα ζήτημα επιβίωσης.
Το δεύτερο σημαντικό επίτευγμα του οικολογικού κινήματος είναι ο τρόπος με τον οποίο αμφισβητείται η ιδέα της «προόδου». Δε μπορούμε πλέον να μιλάμε, όπως στις αρχές του 20ου αιώνα, για μια γραμμική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων η οποία εμποδίζεται μόνο από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.
Η παραδοσιακή αντίληψη στην Αριστερά χαρακτηρίζεται από τον υπερτονισμό της θεμελιακής αντίθεσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και την αναγωγή όλων των επιμέρους αντιθέσεων σ’ αυτήν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υποτίμηση της εξίσου θεμελιακής αντίφασης ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος.
Επιπλέον, ολοένα και περισσότερο ο καπιταλισμός, έχοντας διατηρηθεί πολύ περισσότερο από ό,τι ήταν ιστορικά αναγκαίο για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, μετατρέπει τις παραγωγικές δυνάμεις σε δυνάμεις καταστροφής. Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγικές δυνάμεις με τον τωρινό χαρακτήρα τους δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν αυτούσιες σε μια σοσιαλιστική κοινωνία η οποία θα έχει ένα διαφορετικό αξιακό προσανατολισμό.
Επίσης, μια περισσότερο εκλεπτυσμένη ανάλυση της υλικής πλευράς της παραγωγής πραγματοποιείται για πρώτη φορά με τη διερώτηση σχετικά με την αξία χρήσης. Η συζήτηση σχετικά με την αξία χρήσης των εμπορευμάτων περιλαμβάνει και τη συζήτηση για την κοινωνικά χρήσιμη παραγωγή η οποία συγκεκριμενοποιείται με ερωτήματα για το ποια προϊόντα είναι επιθυμητά από οικολογική και κοινωνική άποψη.
Συγκεφαλαιώνοντας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι ο οικολογικός προβληματισμός επανέφερε τις συζητήσεις για την ανάγκη της ριζικής αλλαγής του κοινωνικού συστήματος και την υιοθέτηση ενός διαφορετικού τρόπου ζωής και παραγωγής στη βάση των οικολογικών προταγμάτων.
Το θεμελιακό όμως επίτευγμα του οικολογικού κινήματος (δηλ. η συνειδητοποίηση του μεγέθους της παγκόσμιας οικολογικής καταστροφής) είναι ταυτόχρονα και το όριό του.  Οι λύσεις που προβάλλονται από την πολιτική οικολογία για την αντιμετώπιση της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη είναι ανεπαρκείς γιατί παραγνωρίζουν τον εγγενή δεσμό μεταξύ της οικολογικής καταστροφής και της λογικής του κέρδους που κυριαρχεί στον καπιταλισμό. Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους που απειλούν το περιβάλλον είναι αναγκαίο να έλθουμε σε ρήξη με το υπάρχον οικονομικό σύστημα υποστηρίζοντας την προοπτική μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Σήμερα, η πρόταση για ένα οικολογικό σοσιαλισμό τείνει να ενταχθεί στον προγραμματικό λόγο της Αριστεράς υπερβαίνοντας τα όρια της ακαδημαϊκής συζήτησης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα θεωρητικά ζητήματα που αφορούν τη σύνθεση του μαρξισμού με τη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη έχουν λυθεί ή ότι έχει υπάρξει μια γενικότερη συμφωνία σε μια σειρά από αντιπαραθέσεις που σημάδεψαν τις προηγούμενες δεκαετίες.
Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσουμε τις 3 σημαντικότερες προσπάθειες ανάπτυξης της μαρξιστικής θεωρίας στην κατεύθυνση της απάντησης στις θεωρητικές προκλήσεις του οικολογικού κινήματος που ταυτόχρονα όμως συγκροτούν μια συνθετική εκδοχή του μαρξισμού με την οικολογική θεωρία που είναι ευρύτερα γνωστή ως «οικοσοσιαλισμός».

Ο James O'Connor και η θέση για τη “δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού”

Η θέση του James O'Connor, ιδρυτή και ιστορικού εκδότη του περιοδικού “Capitalism, Nature, Socialism” (γνωστή και ως θέση για τη “δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού”) υποστηρίζει ότι εκτός από τη βασική αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων, στον καπιταλισμό λειτουργεί και μια δεύτερη αντίθεση μεταξύ των σχέσεων παραγωγής και των συνθηκών παραγωγής. Η θεώρηση του O'Connor βασίζεται στο έργο του Κ. Polanyi και αποδίδει την οικολογική κρίση στην παράλληλη λειτουργία αυτής της δεύτερης αντίθεσης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα.
Ο James O'Connor περιγράφει τη λεγόμενη δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού ως εξής: «θα πρέπει να προσθέσουμε στην πρώτη αντίφαση του καπιταλισμού που εξέτασε ο Μαρξ (την αντίθεση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής) μια δεύτερη αντίφαση, την αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών παραγωγής, οι οποίες και αφορούν τους εργαζόμενους, τον αστικό χώρο και τη φύση. Με την ίδια του την επεκτατική δυναμική, το κεφάλαιο θέτει σε κίνδυνο ή καταστρέφει τις ίδιες του τις συνθήκες παραγωγής, αρχίζοντας από το φυσικό περιβάλλον».
Εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της οικονομίας, της φύσης, και της κοινωνίας, ο O'Connor υποστηρίζει ότι η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί μια διαρκώς διογκούμενη απειλή για τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οι μελέτες του καταδεικνύουν την ισχύ της μαρξιστικής ανάλυσης για την κατανόηση της περιβαλλοντικής και κοινωνικής ιστορίας.
Σύμφωνα με την κλασική μαρξιστική θεωρία η κοινωνία αρθρώνεται σε δύο επίπεδα: το επίπεδο της οικονομικής (παραγωγικής) βάσης και το επίπεδο του πολιτικού εποικοδομήματος. Αφενός μεν η οικονομική βάση καθορίζει το πολιτικό εποικοδόμημα, αφ’ ετέρου δε το εποικοδόμημα έχει επιπτώσεις στην οικονομική βάση. Με μια άλλη διατύπωση, οι δυνάμεις παραγωγής καθορίζουν τις σχέσεις παραγωγής αλλά και οι σχέσεις παραγωγής αντεπιδρούν στις δυνάμεις παραγωγής. Αυτή η διαλεκτική ανάλυση υποστηρίζει ότι η οικονομική βάση είναι η βάση ολόκληρης της κοινωνίας και επομένως ένας κοινωνικός μετασχηματισμός δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς την αλλαγή της οικονομικής βάσης.
Ο O'Connor θεωρεί ότι στην κυρίαρχη αντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, που εξέτασε ο Μαρξ, περιλαμβάνεται και μια δεύτερη αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών παραγωγής οι οποίες αφορούν τους εργαζόμενους, τον αστικό χώρο και τη φύση.
Ο Ο'Connor αναλύει την έννοια των συνθηκών παραγωγής. Το φυσικό περιβάλλον είναι η βάση των συνθηκών παραγωγής, δηλαδή των ανθρώπινων στοιχείων συμπεριφοράς, και των στοιχείων συμπεριφοράς της φύσης. Οι όροι του φυσικού περιβάλλοντος καθορίζουν την παραγωγή και αντίστροφα η παραγωγή έχει επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό το είδος διαλεκτικής ανάλυσης παρέχει μια στέρεη βάση για μια νέα επιστημονική μεθοδολογία. Η διαλεκτική επιστήμη θεωρεί τις αλλαγές ως κρίση μεταξύ αντιμαχόμενων παραδειγμάτων (με την ορολογία του T. S. Kuhn) και ότι όλα στον κόσμο είναι δυναμικά και διασυνδεδεμένα, αντίθετα από τη μηχανιστική επιστήμη που θεωρεί τα αντικείμενα του κόσμου στατικά.
Κατά την άποψη του Ο'Connor, η διαλεκτική ανάλυση αποδέχεται ότι τα πράγματα δεν είναι απόλυτα αλλά σχεσιακά (συνδέονται μεταξύ τους με συγκεκριμένες σχέσεις). Επίσης σε όλες τις θεωρίες και τις ιδέες πρέπει να αποδοθεί ένας ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας, με άλλα λόγια οι θεωρίες και οι ιδέες εκφράζονται και λειτουργούν σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Ένα από τα χαρακτηριστικά του έργου του O'Connor είναι η αποδοχή ότι υπάρχουν φυσικά όρια στην επέκταση της παραγωγής. Αυτό βασίζεται στην αποδοχή ότι η χρήση πρώτων υλών δεν είναι ανεξάντλητη. Με άλλα λόγια τα συμβατικά ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη αλλά και οι φυσικοί πόροι είναι πεπερασμένοι και ως εκ τούτου η ανάπτυξη της παραγωγής είναι επίσης πεπερασμένη.
Η διατύπωση της «δεύτερης αντίφασης του καπιταλισμού» παρέχει ένα όχημα για την κατανόηση για το πώς διαμορφώνονται οι συνθήκες παραγωγής και για το πώς η διαδικασία συσσώρευσης υποβάλλει τις συνθήκες παραγωγής σε αυξανόμενες πιέσεις που υπονομεύουν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, των κοινοτήτων, του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και των οικολογικών συστημάτων γενικότερα.
Η οικονομική ανάπτυξη από τη βιομηχανική επανάσταση έχει επιτευχθεί με μεγάλο κόστος και στο φυσικό περιβάλλον και στην αυτονομία των κοινοτήτων.
Το έργο του O'Connor φιλοδοξεί να απαντήσει επίσης στις μεταμαρξιστικές κριτικές, σύμφωνα με τις οποίες ο ιστορικός υλισμός δεν εκτιμά επαρκώς τη σημασία των νέων κοινωνικών κινημάτων. Πράγματι, ένα κρίσιμο στοιχείο στη θεωρία του O'Connor για τη δεύτερη αντίφαση, είναι η θεώρηση των κοινωνικών δυνάμεων που μπορούν να αντισταθούν στην επίθεση του κεφαλαίου. Η διατύπωση της δεύτερης αντίφασης παρέχει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο για την εκτίμηση της θέσης των κοινωνικών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών κινημάτων που σύμφωνα με κάποιες θεωρήσεις δεν περιγράφονται πλήρως με ταξικούς όρους, στη διαμόρφωση των κοινωνικών συσχετισμών. Συγχρόνως, αναγνωρίζει τη σύνθετη υφή των παραγωγικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων και των συνθηκών παραγωγής, ανακαλώντας την παρατήρηση του Marx «ότι αυτές οι (παραγωγικές) δυνάμεις είναι φυσικές καθώς επίσης και κοινωνικές στο χαρακτήρα».
Σύμφωνα με αυτήν τη θεώρηση, η δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια πιο σύνθετη σειρά κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών διαδικασιών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η θεώρηση των συνθηκών παραγωγής.
Στόχος είναι η διατύπωση μιας μεθόδου που θα συμπεριλαμβάνει τη θεώρηση των κοινωνικών δυνάμεων αλλά και των οικολογικών ορίων ώστε να παράσχει μια πληρέστερη θεώρηση του αντιφατικού χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Σύμφωνα με το έργο του O'Connor, η διαδικασία συσσώρευσης υπονομεύει τις συνθήκες τις απαραίτητες για την παραγωγή και την πραγματοποίηση της αξίας, καθώς επίσης και τους απαραίτητους όρους για την αναπαραγωγή των συνθηκών παραγωγής, και έτσι ο αντιφατικός χαρακτήρας του καπιταλισμού εμφανίζεται ευκρινέστερα από ό,τι στην κλασική προσέγγιση. Αυτή η θεώρηση εξυπηρετεί ως βάση για την κατανόηση του ρόλου των νέων κοινωνικών κινημάτων που αναπτύσσονται πάνω στις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και έχουν στόχο να αμφισβητήσουν τις αρχές του κεφαλαίου και να οικοδομήσουν τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός οικολογικού σοσιαλιστικού μέλλοντος.
Αλλά η πραγματικά νέα πτυχή των προσεγγίσεών του είναι η θεώρηση της «ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης» ως αιτίας των κρίσεων. Ο O'Connor συνδέει την αυστηρή οικολογική ανάλυση με τη λογική των προσπαθειών αντίστασης τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια του καπιταλισμού.
Ο James O'Connor ορίζει ως οικοσοσιαλιστικές τις θεωρίες εκείνες και τα κινήματα που φιλοδοξούν να υποτάξουν την ανταλλακτική αξία στην αξία χρήσης, με το να οργανώνουν την παραγωγή ώστε να υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες και τις απαιτήσεις για τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος.
Ο οικοσοσιαλισμός προϋποθέτει την ανάπτυξη μιας νέας παγκόσμιας πολιτικής τάξης, πρώτον, λόγω της αυξανόμενης οικονομικής εκμετάλλευσης, και δεύτερον, επειδή η οικολογική υποβάθμιση είναι όλο και περισσότερο ένα ταξικό και «χωρο-ταξικό» ζήτημα. Αυτό υποδεικνύεται από την ανάπτυξη των κινημάτων για την περιβαλλοντική (και οικονομική και κοινωνική) δικαιοσύνη στο βορρά και τον «περιβαλλοντισμό των φτωχών» στο νότο. Οι κυρίαρχες ομάδες του βορρά οφείλουν ένα «οικολογικό χρέος» στις καταπιεσμένες μειονότητες και τον τρίτο κόσμο συνολικά. Η ευημερία των κυρίαρχων ομάδων στο βορρά βασίζεται στην οικολογική ζημία που γίνεται στις μειονότητες στο βορρά και το νότο.
Τελικά θα εξαρτηθεί από τα οικοσοσιαλιστικά ρεύματα η δημιουργία ενός κινήματος που θα είναι σε θέση να συνθέσει τις διαφορετικές και συχνά ανοργάνωτες φωνές διαμαρτυρίας ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, σε μια συνεπή δύναμη διεθνιστικής και πολυπολιτισμικής αλληλεγγύης.

Ο John Bellamy Foster και η θέση της “μεταβολικής ασυνέχειας”

Η θέση του John Bellamy Foster, εκδότη του περιοδικού “Monthly Review” (γνωστή και ως θέση της “μεταβολικής ασυνέχειας”) εστιάζει στη διαταραχή του θρεπτικού κύκλου για να εξηγήσει την οικολογική και καπιταλιστική κρίση. Υποστηρίζει ότι ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, επηρεασμένος από την Αγροχημεία του von Liebig αναφέρεται στον θρεπτικό κύκλο του εδάφους και εστιάζει στη σχέση του με το χαρακτήρα της καπιταλιστικής γεωργίας. Η καπιταλιστική παραγωγή διαταράσσει τη μεταβολική αλληλόδραση μεταξύ ανθρώπου και γης. Η κρίση είναι το αποτέλεσμα της διαταραχής του θρεπτικού κύκλου εξαιτίας της φυσικής διάστασης ανθρώπου και καλλιεργήσιμης γης η οποία δημιούργησε την ανάγκη χρήσης όλο και περισσότερων συνθετικών λιπασμάτων.
Οι θέσεις των O'Connor και Foster λειτουργούν σε μια βάση επεξηγηματική (επεξηγούν την καπιταλιστική κρίση) και ταυτόχρονα διευρύνουν το πεδίο ισχύος της θεωρίας των κρίσεων του Μαρξ.
Σήμερα, έχουμε οδηγηθεί σε μια εκ νέου μελέτη του έργου του Μαρξ υπό την οπτική που θέτει η οικολογική προβληματική. Κεντρικό ζήτημα στη συζήτηση που αναπτύσσεται, σύμφωνα με τον J. Bellamy Foster, είναι η οντολογική αντικειμενικότητα της φύσης στο έργο του Μαρξ.
Έχουν περάσει πάνω από 35 χρόνια από την έκδοση του έργου του A. Schmidt “Η έννοια της Φύσης στον Μαρξ”, και σήμερα η συζήτηση ξανανοίγει με νέους όρους για να συζητήσουμε ιδέες όπως αυτές που αναπτύσσονται στην “Πολιτική της Φύσης” του B. Latour ή στην “Οικολογία χωρίς την Φύση” του S. Zizek.
Στο υπόβαθρο αυτών των θεωρήσεων ενδημούν οι θεωρίες της κοινωνικής κατασκευασιοκρατίας ο διάλογος με τις οποίες επιβάλλει τη συγκρότηση ενός φιλοσοφικού υλισμού με νέους όρους, ενός οικολογικού υλισμού που θα στηρίζεται κριτικά στην κλασική παράδοση αλλά και στον ριζοσπαστικό υλισμό των επιστημόνων (βλ. Levins, Lewontin, Gould κλπ). Θεωρώ ότι ο J. B. Foster με το βιβλίο του «Η Οικολογία του Μαρξ: Υλισμός και Φύση» κάνει το πρώτο βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση.
Ο Επίκουρος εμφανίζεται ως κεντρική μορφή στον υλισμό του Marx στο έργο του J. B. Foster, ο οποίος δηλώνει ότι από τον Επίκουρο ο Marx, στη διδακτορική του διατριβή, ανέπτυξε την κριτική του στις τελεολογικές θεωρήσεις για τη φύση και την ανθρώπινη ιστορία. Μελετώντας τη φυσική φιλοσοφία του Επίκουρου, ο Marx υιοθετεί έναν μη ντετερμινιστικό υλισμό, θεμελιώνοντας μια υλιστική αντίληψη της φύσης, η οποία απορρίπτει την τελολογία και τις θεολογικές αντιλήψεις της φυσικής και κοινωνικής ύπαρξης.
Δυο όψεις του επικούρειου υλισμού είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τον Marx: Πρώτον, η θεία παρέμβαση, κατευθυνόμενη ή όχι, και κατά συνέπεια η απόλυτη αιτιοκρατία, όλες οι τελολογικές αρχές, έχουν αποβληθεί από τη θεώρηση για τη φύση. Η δημιουργία του κόσμου, μέσα από την κυματοειδή κίνηση του ατόμου, μπορεί να περιγραφεί μόνο με αναφορά στην ενδεχομενικότητα. Δεύτερον, η αναφορά στην κυματοειδή κίνηση του ατόμου αποτελεί πρόταση συλλογισμού πάνω στην αντικειμενικότητα της φύσης ανεξάρτητα από την ανθρώπινη σκέψη, σε αντίθεση με τη Χεγγελιανή διατύπωση.
Η μελέτη του Marx για τον αρχαίο και τα πρώιμα στάδια του σύγχρονου υλισμού τον έφερε να προσεγγίσει την επιστημονική κατανόηση του φυσικού κόσμου, και να επικεντρώσει σε έννοιες όπως η «εξέλιξη» και η «ανάδυση» (emergence), καθιστώντας τη φύση σημείο εκκίνησης των θεωρήσεών του. Ας θυμηθούμε ξανά την ιστορία με το Κεφάλαιο και τον Δαρβίνο. Ενδεικτική της σκέψης του Marx είναι η αντίληψη, ότι η ύπαρξη της ύλης αποδεικνύεται μέσα από την αλλαγή, και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από την «εξέλιξη».
Για τον Marx, ο διαλεκτικός συλλογισμός μπορεί να θεωρηθεί ως ένα αναγκαίο στοιχείο της γνώσης, που προβάλλει από τον αναδυόμενο, προσωρινό χαρακτήρα της πραγματικότητας. Σημειώνει ο J. B. Foster, ότι ο Marx ανέπτυξε ένα «διαλεκτικό νατουραλισμό», ο οποίος αποδέχεται μια διαλεκτική προσέγγιση στη μελέτη της φύσης όπως και της κοινωνίας. Σύμφωνα με το θεωρητικό σχήμα του J. B. Foster, η διαλεκτική θεώρηση της «εξέλιξης» δίνει στον Marx τα εφόδια για την υλιστική θεμελίωση των ερευνών του για την ανθρώπινη κοινωνία.
Ο οικολογικός υλισμός, όπως τον διατυπώνει ο J. B. Foster, είναι ένα ερευνητικό πρόγραμμα σε εξέλιξη. Δεν παύει όμως να στηρίζεται σε ένα ορθολογικό φιλοσοφικό υλισμό με τρεις κύριες συνιστώσες:
Α. έναν οντολογικό υλισμό ο οποίος στηρίζει την εξάρτηση του κοινωνικού στο φυσικό ως μορφή «ανάδυσης» του κοινωνικού από το φυσικό
Β. έναν επιστημολογικό υλισμό ο οποίος στηρίζεται στην ανεξάρτητη ύπαρξη της φυσικής και κοινωνικής πραγματικότητας και στην αιτιακή και νομοειδή συμπεριφορά των αντικειμένων της επιστημονικής σκέψης και
Γ. έναν υλισμό της πράξης που νοηματοδοτεί το συγκροτητικό ρόλο της ανθρώπινης δραστηριότητας στην αναπαραγωγή και στο μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών.

O Michael Lowy και η κριτική του «παραγωγισμού» του Μαρξ

Η θέση του Michael Lowy (εκ των συγγραφέων του οικοσοσιαλιστικού μανιφέστου) βασίζεται στον κριτικό μαρξισμό της σχολής της Φρανκφούρτης και υποστηρίζει ότι οφείλουμε να προχωρήσουμε σε μια κριτική του “παραγωγισμού” του Μαρξ, δηλαδή στην αντίληψη που αποπνέουν πολλά από τα κείμενά του για τη συνεχή και σταθερή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και να υιοθετήσουμε μια κριτική στάση παρόμοια με αυτή στοχαστών όπως ο E. Bloch και ο W. Benjamin. Ταυτόχρονα χαρακτηρίζει ως υπερβολικές ορισμένες κριτικές των “πράσινων κύκλων” και των μεταμοντέρνων στο έργο του Μαρξ1.
Για τον M. Lowy, η κριτική των ρομαντικών του 19ου αιώνα και το έργο του Benjamin θεωρούνται αφετηριακά σημεία μιας οικολογικής κριτικής στον καπιταλισμό.
Ο M. Lowy αναφέρεται στον Benjamin θεωρώντας ότι υπήρξε ένας από τους πρώτους μαρξιστές του 20ού αιώνα που ήδη από το 1928, στο βιβλίο του Μονόδρομος, κατήγγειλε την ιδέα της κυριαρχίας πάνω στη φύση ως «ιμπεριαλιστική θεωρία» και πρότεινε μια νέα αντίληψη της τεχνικής ως «τον έλεγχο της σχέσης μεταξύ της φύσης και της ανθρωπότητας».
Ο M. Lowy μοιράζεται με την πρώιμη σχολή της Φρανκφούρτης, την κριτική στον “επιστημονικό σοσιαλισμό” για την πίστη του στην απεριόριστη δύναμη της επιστημονικής κατανόησης, του τεχνικού ελέγχου και της κυριαρχίας επί της φύσης.
Ταυτόχρονα, με την κριτική του εργαλειακού λόγου από τη Σχολή της Φρανκφούρτης, ο M. Lowy προβάλλει μια προ-μαρξιστική/ρομαντική κριτική της βιομηχανικής κοινωνίας.
Με το δεδομένο ότι οι οικολόγοι ασκούν κριτική στο έργο των Μαρξ και Ένγκελς για προσήλωση στην άκριτη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ο M. Lowy διερωτάται αν είναι δικαιολογημένη αυτή η κριτική.
Πιστεύει ότι στα κείμενα του Μαρξ και ιδιαίτερα του Ένγκελς υπάρχουν στοιχεία που μπορούν να στηρίξουν την κριτική των οικολόγων. Αναγνωρίζει ότι ο Μαρξ είχε συγκεκριμένες αντιλήψεις για το περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά αυτές οι ιδέες ήταν οριακές στο έργο του, το οποίο δεν απελευθερώθηκε ποτέ από ένα “Προμηθεανισμό”, και ότι ο Μαρξ δεν άφησε μια θεωρητική παρακαταθήκη στην σύγχρονη σοσιαλιστική σκέψη που να είχε οποιαδήποτε σχέση με την οικολογία.

Μια συγκριτική ανακεφαλαίωση…

Ο John Bellamy-Foster σημειώνει ότι, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι Μαρξ και Ένγκελς, μαζί με άλλους πρωτο-σοσιαλιστές φιλοσόφους όπως ο Προυντόν, είχαν το πλεονέκτημα να ζουν είτε στην εποχή της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό είτε σε μια εποχή που η μετάβαση αυτή είχε μόλις πραγματοποιηθεί. Ως εκ τούτου τα ζητήματα που έθεσαν για την καπιταλιστική κοινωνία ή ακόμη και για τη σχέση κοινωνίας και φύσης ήταν περισσότερο θεμελιώδη από ό,τι χαρακτηρίζει σήμερα την οικολογική σκέψη, ακόμη και στην Αριστερά.
Είναι αλήθεια, ότι από τότε η τεχνολογία έχει αλλάξει, εισάγοντας νέες απειλές για τη βιόσφαιρα. Αλλά, όλως παραδόξως, η ανταγωνιστική σχέση του καπιταλισμού με το περιβάλλον, που βρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής κρίσης, ήταν με κάποιο τρόπο προφανέστερη στους σοσιαλιστές του 19ου και του πρώιμου 20ού αιώνα από ό,τι είναι στην πλειοψηφία των σημερινών πράσινων φιλοσόφων.
Αυτό απεικονίζει το γεγονός ότι δεν είναι η τεχνολογία που είναι το πρωταρχικό πρόβλημα, αλλά μάλλον η φύση και η λογική του καπιταλισμού ως συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Οι σοσιαλιστές έχουν συμβάλει με διάφορους τρόπους στην ανάπτυξη της σύγχρονης οικολογικής κριτικής. Η αποκάλυψη αυτής της άγνωστης κληρονομιάς είναι ένα ζωτικής σημασίας τμήμα της προσπάθειας για την ανάπτυξη μιας υλιστικής οικολογικής ανάλυσης.
Συχνά υποστηρίζεται ότι ο μαρξισμός μετά από τους Μαρξ και Ένγκελς είτε παρέλειψε την ανάπτυξη της οικολογικής σκέψης συνολικά είτε ήταν αντι-οικολογικός και ότι δεν υπήρξε καμία σημαντική συνεισφορά στη μελέτη της φύσης μετά από τον Engels μέχρι τη Σχολή της Φρανκφούρτης και την εμφάνιση της μελέτης του Alfred Schmidt. Αυτή η θέση είναι λανθασμένη. Υπήρξαν στην πραγματικότητα πολυάριθμες συνεισφορές μαρξιστών στην ανάλυση της σχέσης φύσης και κοινωνίας.
Οι μαρξιστές διαδραμάτισαν πολύ μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη της οικολογίας, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της διαμόρφωσής της. Μεταξύ των μαρξιστών που ενσωμάτωσαν τις φυσιοκρατικές και οικολογικές αντιλήψεις στη σκέψη τους, μπορούμε να συμπεριλάβουμε τους Β. Ι. Vernadsky,  Ι. Vavilov, Α. Oparin, C. Caudwell, L. Hogben, J. D. Bernal, B. Farrington, J. B. S. Haldane και J. Needham και στην Φαβιανή παράδοση, αλλά συνδεδεμένους με το μαρξισμό, τους R. Lankester και A. Tansley, στον οποίο οφείλεται και η επινόηση της έννοιας του οικοσυστήματος.
Είναι σήμερα ο μαρξισμός ικανός να μας δώσει τα αναλυτικά εργαλεία για μια συνεκτική ανάλυση της οικολογικής κρίσης και των περιβαλλοντικών προβλημάτων;
Ναι, απαντά ο Jonathan Hughes στη διδακτορική του διατριβή. Άλλες θεωρήσεις τοποθετούνται διαφορετικά. O James O'Connor υποστηρίζει ότι θα πρέπει να προστεθεί στην πρωταρχική αντίφαση του καπιταλισμού, αυτή ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις, και μία δεύτερη αντίφαση, αυτή ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και στις συνθήκες παραγωγής. Λόγω της επεκτατικής δυναμικής που έχει, το κεφάλαιο θέτει σε κίνδυνο ή καταστρέφει τις ίδιες του τις προϋποθέσεις, αρχίζοντας από το φυσικό περιβάλλον, ενδεχόμενο που ο Μαρξ δεν είχε ποτέ λάβει επαρκώς υπ’ όψιν του.
Ο Michael Lowy υποστηρίζει, ότι η συζήτηση θα μπορούσε να υιοθετήσει την πρόταση που διατυπώνει ο Daniel Bensaid στο πρόσφατο έργο του για τον Μαρξ: αναγνωρίζοντας ότι θα ήταν καταχρηστικό να απαλλάξουμε τον Μαρξ από τις «προμηθεϊκές» ιδέες που κυριαρχούσαν στην εποχή του, θα ήταν πολύ πιο γόνιμο να εγκατασταθούμε μέσα στις αντιφάσεις του έργου του Μαρξ και να τις μελετήσουμε.
Φυσικά, η σημαντικότερη αντίφαση είναι εκείνη μεταξύ των διακηρύξεών του για την οργάνωση της παραγωγής που εμφανίζονται σε ορισμένα κείμενά του και της διαίσθησής του ότι η «πρόοδος» μπορεί να αποτελέσει αιτία μη αναστρέψιμης καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος.
Η θέση του M. Lowy επαναφέρει στο προσκήνιο την παλιά δημοφιλή θέση περί διάστασης στο έργο μεταξύ του «νεαρού» και του «ώριμου» Μαρξ που τόσο αγαπήθηκε από τους οπαδούς του Αλτουσέρ και ταυτόχρονα μετατοπίζει το κέντρο βάρους της συζήτησης από τη γονιμοποίηση της μαρξιστικής θεωρίας στην υπέρβασή της κάνοντας βήματα προς τα πίσω σε ένα αδιέξοδο «ρομαντισμό».

Συγκροτώντας την οικοσοσιαλιστική προοπτική: Ο Χαρακτήρας της οικολογικής κρίσης

Η οικολογική κρίση, ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης επίδρασης πάνω στη φύση, έχει φτάσει στο σημείο που θα μπορούσε να απειλήσει την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας.
Τα οικονομικά συμφέροντα των πολυεθνικών επιβάλλουν την ολοένα και με ταχύτερους ρυθμούς εφαρμογή νέων τεχνικών παραγωγής χωρίς καμία προηγούμενη αξιολόγηση των οικολογικών τους συνεπειών, καθώς επίσης και τη συνεχιζόμενη χρησιμοποίηση παραγωγικών τεχνικών που αποδεδειγμένα επιφέρουν ανεπανόρθωτες καταστροφές στο περιβάλλον.
Θα πρέπει βέβαια να υπογραμμιστεί ότι η «τεχνολογική πρόοδος» είναι εκείνη που σε τελική ανάλυση αυξάνει τη ικανότητά μας να επενεργούμε πάνω στη φύση διαταράσσοντας τις ισορροπίες της.
Η βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα αύξησε κατά πολύ το επίπεδο εκπομπής ατμοσφαιρικών ρύπων βλάπτοντας σοβαρά την υγεία όχι μόνο των εργαζομένων στα εργοστάσια αλλά και γενικά όλων των κατοίκων των πόλεων. Στην ουσία εξαπολύθηκε από τον άνθρωπο μια καθολική επίθεση στη φύση με σκοπό την όσο δυνατόν πιο αποδοτική εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, γεγονός που κλόνισε τις οικολογικές ισορροπίες.
Και όμως η οικολογική κρίση, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν είναι η γραμμική έκβαση της βιομηχανικής ανάπτυξης από τον 19ο αιώνα μέχρι τώρα. Είναι αποτέλεσμα ενός ποιοτικού άλματος που έχει άμεση σχέση με τη γενίκευση της χρήσης του πετρελαίου (και της διάδοσης του αυτοκινήτου) και με την ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας και της χρήσης της σε πάρα πολλούς τομείς της οικονομίας, ιδιαιτέρως δε στη γεωργία με τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα.
Από τη δεκαετία του 1970 το ποιοτικό αυτό άλμα έχει αποκτήσει ακόμη πιο εντυπωσιακές διαστάσεις λόγω του συνδυασμού της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με την ανεξέλεγκτη εκβιομηχάνιση  του «Τρίτου Κόσμου».
Η οικολογική κρίση, αν και δημιουργεί νέα προβλήματα που αναζητούν άμεση λύση, απέχει πολύ από το να βάλει στο περιθώριο τα παραδοσιακά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Αντίθετα όλα τα στοιχεία της κρίσης είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Η οικολογική κρίση είναι ένα φαινόμενο που συνεχώς εξαπλώνεται και οδηγεί, προς το παρόν, σε τοπικές καταστροφές. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταστροφές αυτές είναι μη αναστρέψιμες, σ’ άλλες περιπτώσεις είναι δυνατόν να αναστραφούν είτε βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Αυτό εξαρτάται από τις συνειδητές επιλογές που θα κάνουν οι ανθρώπινες κοινότητες.
Μολονότι δε μπορεί να ξεφύγει από τους νόμους της φύσης, με διάφορες μορφές ο σημερινός τρόπος παραγωγής έρχεται σ’ αντίθεση με τη φύση και τις εξελικτικές της διαδικασίες. Για το κεφάλαιο μόνο η ποσοτική σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και χρήματος, στο πλαίσιο του νόμου της αξίας, έχει αποφασιστική σημασία. Οι ποιοτικές σχέσεις δε λαμβάνονται υπόψη. Η παραγωγή βασίζεται στην ολοκλήρωση των διαδικασιών του οικονομικού κύκλου στο μικρότερο δυνατό χρόνο με σκοπό να αποσβεστεί το επενδυμένο κεφάλαιο. Με αυτό τον τρόπο επιβάλλεται ένας ρυθμός και ένα πλαίσιο στις φυσικές διαδικασίες που είναι ξένα προς αυτές. Η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του πλανήτη δε λαμβάνει υπόψη της τον αναγκαίο για τη δημιουργία ή την ανανέωσή τους χρόνο.
Η εξάπλωση της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής καταλαμβάνει το χώρο που απαιτείται για μια ήπια διαδικασία παραγωγής, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το φυσικό περιβάλλον. Δεν είναι η έλλειψη σοφίας του συστήματος που επιφέρει την καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά η ίδια η λογική που βρίσκεται πίσω από αυτό το σύστημα παραγωγής. Γι’ αυτό ο λόγος για μια «αειφόρο ανάπτυξη», δε μπορεί παρά να διαψεύδεται από τη λογική του κεφαλαίου: αειφόρος ανάπτυξη και νόμος της αξίας αποκλείονται αμοιβαία.
Η ορθολογικότητα του συστήματος παραγωγής καθορίζει την κίνηση του μεμονωμένου κεφαλαίου. Ωστόσο ο ανταγωνισμός μεταξύ των κεφαλαίων καθιστά το οικονομικό σύστημα παράλογο. Η ορθολογικότητα που ενεργοποιείται για τη βελτίωση της παραγωγής και την εξοικονόμηση πρώτων υλών σταματά μπροστά στην είσοδο της καπιταλιστικής επιχείρησης.
Όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της ρύπανσης των νερών, της ατμόσφαιρας και του εδάφους, οι μεγάλες πολυεθνικές βιομηχανίες αποποιούνται τις ευθύνες τους με συνέπεια το περιβάλλον να πληρώνει το τίμημα. Επιπλέον, ο ανταγωνισμός οδηγεί σε περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής, αποκαλύπτοντας ότι μια σημαντική ποσότητα ενέργειας και πρώτων υλών έχουν επενδυθεί σε προϊόντα που δε μπορούν να πωληθούν.
Επιπλέον, προωθείται η παραγωγή εμπορευμάτων που είναι περιττά από την άποψη της αξίας χρήσης τους (διαφήμιση, μόδα, διάφορα ναρκωτικά, όπλα κτλ) αλλά η ανταλλακτική τους αξία αποφέρει μεγάλα κέρδη. Ο ανταγωνισμός, ο αγώνας δρόμου για το κέρδος, είναι σε τελική ανάλυση η αιτία πίσω από την παράλογη συμπεριφορά σε σχέση με το περιβάλλον.
Η οικολογική κρίση είναι οικουμενική και μέσα σε ένα πλαίσιο οικονομικού ανταγωνισμού, μπορεί να θεωρηθεί ως το μεγαλύτερο από τα δεινά της σύγχρονης εποχής. Ορισμένες αιτίες της οικολογικής κρίσης μπορούν να ανιχνευθούν πολλά χρόνια πίσω, άλλες όμως είναι το αποτέλεσμα της συνδυασμένης εξέλιξης διαφόρων, συγκεκριμένων όμως, κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων του τελευταίου αιώνα.
Ο έλεγχος της οικολογικής κρίσης απαιτεί χρόνο και επενδύσεις που θα σήμαιναν την αναίρεση βασικών θεωρήσεων για τον κύκλο του κεφαλαίου. Ακριβώς όπως και στις κλασικές οικονομικές κρίσεις, οι κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις φέρουν το μεγαλύτερο μερίδιο του φορτίου, ιδιαίτερα στις εξαρτημένες χώρες με δεδομένη την αλληλεπίδραση της οικονομικής κρίσης με την οικολογική.
Η αυξανόμενη συνειδητοποίηση, σχετικά με την οικολογική κρίση που αναπτύσσεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, αντιπροσωπεύει μια σθεναρή αντίσταση και αμφισβήτηση στην ιδέα ότι η υπάρχουσα κοινωνική και οικονομική τάξη πραγμάτων είναι ικανή να εγγυηθεί τη συνεχή «πρόοδο για όλους» και ότι η κυριαρχία πάνω στη φύση είναι εγγενώς θετική και ότι όλα τα προβλήματα που έχουν σχέση με αυτήν μπορούν να λυθούν.
Τα τελευταία χρόνια, οικονομικά προγράμματα και πολιτικοί προσανατολισμοί σχετικοί με την «οικολογική οικονομία της αγοράς» έχουν αρχίσει να αυξάνονται σε αριθμό αλλά και σημασία. Μέχρι αυτή τη στιγμή όμως, οι απόπειρες αναπροσανατολισμού του σημερινού οικονομικού συστήματος σε μια φιλική προς το περιβάλλον λειτουργία δεν έχουν ξεπεράσει το στάδιο των προθέσεων.
Ωστόσο, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, μια τεράστια προσπάθεια βρίσκεται σ’ εξέλιξη για να επιβληθεί ένα σύστημα «αγοραπωλησίας δικαιωμάτων ρύπανσης» σε παγκόσμια κλίμακα με αφορμή το στόχο να μειωθεί η ποσότητα των θερμοκηπικών αερίων. Με τη συνηγορία των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτός ο μηχανισμός αγοραπωλησίας έγινε αποδεκτός από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για μία επικίνδυνη εξέλιξη που πρέπει να σταματήσει. Πρώτον, γιατί ανοίγει το δρόμο για την ενίσχυση της εξάρτησης των υπό ανάπτυξη χωρών απ’ το Βορρά. Σ’ ένα μηχανισμό που καθορίζει για κάθε χώρα ένα ανταλλάξιμο ποσοστό ρύπανσης, η εξουσία λήψης αποφάσεων ανήκει σ’ αυτούς που διαθέτουν την οικονομική δύναμη να  εμπορεύονται ρυπαίνοντας όταν το θεωρούν συμφέρον. Οι χρεωμένες χώρες του Νότου και της Ανατολής θα μπορούσαν να πωλήσουν το ποσοστό τους στις βόρειες χώρες, μολονότι οι τελευταίες ρυπαίνουν πολύ περισσότερο. Επιπλέον, το σύστημα στοχεύει να κάνει τη ρύπανση εμπόρευμα, άρα και μια πηγή κέρδους.
Τελικά πρέπει να τονισθεί μ’ έμφαση ότι το αποφασιστικό στοιχείο της φιλελεύθερης επίθεσης στο οικολογικό πεδίο, είναι να διαλύσει την ανατρεπτική δύναμη της οικολογικής κριτικής, η οποία εγείρει μια πρόκληση για το σύνολο της λειτουργίας του συστήματος. Στοχεύει στην αποκατάσταση του κύρους της ιδέας ότι η αγορά είναι το καλύτερο όργανο στον αγώνα κατά της ρύπανσης. Αυτή η ιδέα, όπως και η θέση σύμφωνα με την οποία η προστασία του περιβάλλοντος θα μπορούσε να γίνει η ατμομηχανή για «ένα νέο εκσυγχρονισμό της καπιταλιστικής οικονομίας», αποτελούν τις νέες προκλήσεις για το ριζοσπαστικό οικολογικό κίνημα.

Τα οικολογικά κινήματα στο Νότο

Τίποτε δεν θα ήταν πιο λαθεμένο από το να θεωρηθεί ότι τα οικολογικά ζητήματα απασχολούν μόνο τις χώρες του «Βορρά» – ότι είναι δηλαδή μια πολυτέλεια που έχουν οι πλούσιες κοινωνίες. Ολοένα και περισσότερο αναπτύσσονται στις χώρες του περιφερειακού καπιταλισμού κοινωνικά κινήματα με οικολογική διάσταση.
Αυτά τα κινήματα αντιδρούν στην εντεινόμενη επιδείνωση των οικολογικών προβλημάτων της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.
Στις χώρες του Νότου κάνουν την εμφάνισή τους κινήματα «της οικολογίας των φτωχών» ή ακόμη και «οικολογικά νεο-αγροτικά» κινήματα. Πρόκειται για λαϊκές κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση της αγροτικής καλλιέργειας, καθώς και της κοινής για όλους πρόσβασης στους φυσικούς πόρους, αγαθά τα οποία απειλούνται από την επέκταση της αγοράς. Πρόκειται για κινητοποιήσεις ενάντια στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος που πηγάζει από την «άνιση ανταλλαγή», από την εξαρτημένη εκβιομηχάνιση, από τις γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες και από την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην ύπαιθρο («αγρο-business»). Συχνά τα κινήματα αυτά δεν αυτοπροσδιορίζονται ως οικολογικά, αλλά ο αγώνας τους έχει μία καθαρά οικολογική διάσταση.
Τα κινήματα αυτής της κατηγορίας, δεν αντιτίθενται στη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης που επιφέρει η τεχνολογική πρόοδος. Αντίθετα, τα αιτήματα για ηλεκτροδότηση, για τρεχούμενο νερό, για οργανωμένο αποχετευτικό δίκτυο, και για αύξηση του αριθμού των ιατρικών κέντρων, βρίσκονται σε περίοπτη θέση στην πλατφόρμα των διεκδικήσεών τους. Αυτό που αρνούνται τα κινήματα αυτά, είναι η ρύπανση και η καταστροφή του φυσικού τους ενδιαιτήματος, στο όνομα των «νόμων της αγοράς» και των επιταγών της καπιταλιστικής «ανάπτυξης».
Ανάμεσα στις εκδηλώσεις του κινήματος της «οικολογίας των φτωχών», ένα παράδειγμα στέκεται ως εξαιρετικά χαρακτηριστικό, λόγω της εμβέλειας που απέκτησε. Ένα κίνημα που είναι ταυτόχρονα κοινωνικό και οικολογικό, τοπικό και οικουμενικό, «κόκκινο» και «πράσινο»: ο αγώνας του Chico Mendes και της Συμμαχίας των Ανθρώπων του Δάσους, για την υπεράσπιση του δάσους του Αμαζονίου από το καταστροφικό έργο των μεγάλων γαιοκτημόνων και των πολυεθνικών γεωργικών επιχειρήσεων.
Το κίνημα αυτό, με τη σύνδεση που πέτυχε ανάμεσα σε σοσιαλισμό και οικολογία, με τον κοινό αγώνα αγροτών και ιθαγενών φυλών, με το στόχο που έθεσε –την επιβίωση των τοπικών πληθυσμών και την υπεράσπιση του τελευταίου μεγάλου τροπικού δάσους στον πλανήτη– μπορεί να αποτελέσει το παράδειγμα για τις λαϊκές κινητοποιήσεις στο «Νότο».
Οι κινητοποιήσεις αυτές συνέβαλαν με την πίεση «από τα κάτω» στην εμφάνιση του σχεδίου της Μπολιβαριανής Εναλλακτικής Λύσης για την Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (ALBA) που στηρίζουν οι κυβερνήσεις της Κούβας, της Βενεζουέλας, της Βολιβίας κ.ά., ως αντιστάθμισμα στο σχέδιο της FTAA, με έμφαση στον αγώνα ενάντια στη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την αγροτική μεταρρύθμιση σε οικολογική κατεύθυνση, παρεμβαίνοντας ταυτόχρονα σε διεθνές επίπεδο με τη φιλοξενία των εναλλακτικών διασκέψεων για το κλίμα. 

Για έναν Οικολογικό Σοσιαλισμό

Σήμερα, στην αυγή του 21ου αιώνα, η σοσιαλιστική οικολογία αποτελεί μια από τις βασικότερες συνιστώσες του ευρύτερου κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η οποία αναπτύσσεται με την ίδια ένταση και στο Βόρειο και στο Νότιο Ημισφαίριο του πλανήτη.
Ο οικοσοσιαλισμός, καθώς έχει έλθει σε ρήξη με ένα μοντέλo παραγωγής και κατανάλωσης που αποδείχθηκε καταστροφικό για το περιβάλλον, αντιπροσωπεύει την πλέον προχωρημένη τάση του οικολογικού κινήματος, την πλέον ευαισθητοποιημένη στα ζητήματα που αφορούν τους εργαζομένους και τους λαούς του Nότου. Έχει συνειδητοποιήσει την αδυναμία επίτευξης της «είτε βιώσιμης είτε αειφόρου ανάπτυξης» μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς.
Ο οικοσοσιαλισμός προτείνει μία μορφή οικολογικής σκέψης και δράσης  που οικειοποιείται τα κεκτημένα του μαρξισμού, απαλλαγμένα από τα κατάλοιπα του παραγωγισμού. Για τους οικοσοσιαλιστές, η λογική του κέρδους και του γραφειοκρατικού αυταρχισμού, είναι ασύμβατες με τις απαιτήσεις που έχει η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Ένας οικολογικός σοσιαλισμός, θα απέβλεπε σε μια κοινωνία οικολογικά ορθολογική, θεμελιωμένη πάνω στο δημοκρατικό έλεγχο στην παραγωγή και στην κοινωνική δικαιοσύνη. Μια τέτοια κοινωνία προϋποθέτει τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, έναν δημοκρατικό προγραμματισμό που επιτρέπει στην κοινωνία να καθορίζει η ίδια τους στόχους της παραγωγής και τέλος προϋποθέτει μια νέα τεχνολογική συγκρότηση των παραγωγικών δυνάμεων.

Σημειώσεις
1. Η Robyn Eckersley εκκινώντας από τις θεωρήσεις της Σχολής της Φρανκφούρτης εξετάζει τα κοινά σημεία μεταξύ των οικοσοσιαλιστικών προσεγγίσεων και του οικοκεντρισμού της Βαθιάς Οικολογίας και καταλήγει στο να θεωρήσει ότι ο οικοσοσιαλισμός μπορεί να ενταχθεί στα μεταμαρξιστικά ρεύματα. Είναι αλήθεια ότι πρώην μαρξιστές που ασπάστηκαν την πράσινη ιδεολογία, δηλώνουν αβασάνιστα «Αντίο Προλεταριάτο» (André Gorz), την ίδια ώρα που άλλοι (Alain Lipietz) επιμένουν ότι πρέπει να αφήσουμε το «κόκκινο» και να αποδεχτούμε το «πράσινο», ως το νέο «παράδειγμα» που θα δώσει, υποτίθεται, απαντήσεις σε όλα τα προβλήματα, οικονομικά και κοινωνικά.

Βιβλιογραφία

John Bellamy-Foster, “Marx’s Ecology in Historical Perspective”, International Socialism Journal   96, Winter 2002.
John Bellamy Foster: Marx’s Ecology: Materialism and Nature, Monthly Review Press, 2000.
Alfred Schmidt, The Concept of Nature in Marx, New Left Books, London 1962.
John Bellamy Foster, “E. Ray Lankester, Ecological Materialist: An Introduction to Lankester's Effacement of Nature by Man”, Organization and Environment, Vol. 13, no 2 , p. 233-235, June 2000.
Jonathan Hughes, Ecology and Historical Materialism, Cambridge University Press 2000.
Daniel Bensaid, Marx L' Intempestif, Grandeurs et misères d'une aventure critique (XIXe - XXe siècles), Paris, Fayard, 1995.
Robyn Eckersley, “Ecosocialism: The PostMarxist Synthesis”, στην ιστοσελίδα: http://prome.snu.ac.kr/~skkim/data/article/files/ecosocia.htm.
James O'Connor: «Καπιταλισμός, Φύση, Σοσιαλισμός», Κοινωνία και Φύση, Τεύχος 2, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος 1992, σελ. 187.
Michael Lowy, «Από τον Μαρξ στον Οικοσοσιαλισμό», Εφημερίδα Εποχή (σε τρεις συνέχειες), 9 Φεβρουαρίου 1997, μτφ. Β. Παπακριβόπουλος.