Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΑΡΙΣΤΕΡΑΣ των Γ. Στάμου και Γ. Παντή

Το πολιτικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της οικολογικής αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ

Περίπου από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μετά, τα ζητήματα που σχετίζονται με το περιβάλλον βρέθηκαν στην επικαιρότητα και συγκεντρώνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος της προσοχής επιστημόνων αλλά και πολιτικών και κοινωνικών φορέων. Οι ορατές οικολογικές επιπτώσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης έδωσαν πνοή όχι μόνο σε άρθρα και δημοσιεύσεις που άρχισαν να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου αλλά και σε μία σειρά οικολογικών κινημάτων και πολιτικών κομμάτων .

Σήμερα, σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο υπάρχει ένα ογκώδες σύνολο ανθρώπων και φορέων που ασχολείται με την περιβαλλοντική πολιτική και το οποίο παρέχει ένα περίπλοκο πλέγμα από οδηγίες, πρωτόκολλα και νόμους σχεδιασμένα έτσι ώστε να μετριάσουν συγκεκριμένες ανθρώπινες χρήσεις της φύσης και να προστατεύσουν το Φυσικό Περιβάλλον .

Δυστυχώς η εμπλοκή της διεθνούς αριστεράς με το οικολογικό πρόβλημα καθυστέρησε δραματικά. Αντίθετα, χρησιμοποιώντας την προσφιλή του μέθοδο που διαπλέκει μισές αλήθειες και άλλες τόσες αποσιωπήσεις, ο φιλελευθερισμός ανέλαβε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Η φιλελεύθερη επιχειρηματολογία για το περιβάλλον αναπτύσσεται από θέσεις που μοιάζουν -χωρίς όμως και να είναι- οικοκεντρικές και η διαπραγμάτευση των ζητημάτων γίνεται με όρους ανεπαρκειών της αγοράς ή όταν αυτό δε φτάνει, με όρους οικολογικού εκσυχρονισμού.

Οι βασικές θέσεις αυτού του «οικολογικού εκσυγχρονισμού» σήμερα είναι ότι:

(α) Ζούμε σε ένα «πλανητικό χωριό», χωρίς ταξικούς και εθνικούς φραγμούς, σε ένα περιβάλλον που πρέπει να προστατεύσουμε για το καλό όλων μας.

(β) Ταυτόχρονα ζούμε και στο «τέλος της ιστορίας» και της ταξικής πάλης. Ο καπιταλισμός δεν αμφισβητείται ως τρόπος παραγωγής.

Για τον «οικολογικό εκσυγχρονισμό» η αειφορική ανάπτυξη είναι το νέο ρούχο που φορά για να λυθεί δήθεν κάθε οικολογικό πρόβλημα, χωρίς να χρειάζεται καμιά κοινωνική αλλαγή και ο κατάλληλος τρόπος λήψης αποφάσεων, ώστε να εξασφαλιστεί η συναίνεση, είναι η περιβαλλοντική διακυβέρνηση, που δεν είναι τίποτα άλλο από μια συμμετοχική δημοκρατία, ταξικά ουδέτερη. Έτσι η παγκοσμιοποίηση αποτελεί σημαντικό πλαίσιο αναφοράς, η αειφορική διαχείριση των φυσικών πόρων βασικό στόχο και η περιβαλλοντική διακυβέρνηση την προτεινόμενη διαδικασία λήψης αποφάσεων που μπορεί να εγγυηθεί την συναίνεση και αποδοχή των δύο προηγούμενων.

Στις μέρες μας, ωστόσο, η σύνθετη οικονομική και οικολογική κρίση τείνει να αναστρέψει το κλίμα, με την αριστερά να ξανάρχεται ορμητικά στο προσκήνιο και να επιχειρεί να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Η κριτική μας ξεκινάει από το σημείο όπου τα φυσικά χαρακτηριστικά των πραγμάτων παύουν να λογαριάζονται ως αξίες (αξίες χρήσης). Για το λόγο αυτό υποστηρίζουμε ότι οι αρχές που κυβερνούν τον κόσμο του φιλελευθερισμού απλοποιούνται τόσο, ώστε να καταλήξει τελικά η κυκλοφορία και η συσώρρευση κεφαλαίου να αποτελεί την αρχή και το τέλος των παραγωγικών διαδικασιών και επομένως το στοιχείο που νοηματοδοτεί τη σχέση της φύσης με την κοινωνία.

Από την πλευρά της η οικοαριστερά διαμορφώθηκε στο πλαίσιο συνεύρεσης της πολιτικής οικονομίας με την οικολογία, με την ευρύτερη ερμηνεία της αναφορικά με τις σχέσεις ανθρώπου και φύσης και πρεσβεύει ότι πίσω από κάθε αντίληψη για τη διαχείριση του περιβάλλοντος κρύβεται μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη σχέση της κοινωνίας με τη φύση. Συνακόλουθα, είναι σαφές ότι κάθε προσέγγιση αντιστοιχεί και σε μια αντίστοιχη προτεινόμενη πολιτική για το περιβάλλον. Επομένως, η σχέση που διαμορφώνεται σήμερα ανάμεσα στην κοινωνία και τη φύση δε μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς τη μελέτη του ιστορικά συγκεκριμένου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια σχέση στατική, αμετάβλητη στο χρόνο, η οποία ορίζεται μεταφυσικά αλλά για μια σχέση ιστορική.  Η μελέτη της εξέλιξης των κεφαλαιοκρατικών κοινωνιών αποδεικνύει ότι αυτή πραγματοποιείται με τη χειραγώγηση των πηγών του πλούτου ανάμεσα στις οποίες βασική θέση κατέχει το φυσικό περιβάλλον. Στην εποχή μας, η κρίση της διευρυμένης καπιταλιστικής αναπαραγωγής συνδυάζεται με την εκθετικά αναπτυσσόμενη, παγκόσμια οικολογική κρίση.

Εντέλει, επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά ότι ο φιλελευθερισμός στέκει τυφλός απέναντι στις επιμέρους διαδικασίες –ανάμεσά τους -και οι φυσικές, αλλά και απέναντι στα προϊόντα αυτών των διαδικασιών. Η μονομέρεια και η ασύμμετρη σκέψη, με το βάρος να πέφτει στην κοινωνία, υποχρεώνουν το φιλελευθερισμό να αντιπαραθέτει τη φύση απέναντι στην κοινωνία και να αντιμετωπίζει το περιβαλλοντικό πρόβλημα με όρους αντιθέσεων που λύνονται πάντοτε με την εξωτερίκευση του περιβαλλοντικού κόστους δηλαδή την υποταγή της φύσης. Απόρροια αυτής της αντιμετώπισης είναι η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» που αποτελεί το κεντρικό ιδεολόγημα του «οικολογικού εκσυγχρονισμού» και πηγάζει από τις βασικές του θέσεις για το περιβάλλον και την κοινωνία.

Εδώ η αριστερά θα διαπιστώσει τέσσερεις βασικές αντιφάσεις της σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας:

1.     στο πλαίσιο της φιλελεύθερης αγοράς η πολυπλοκότητα και η ποικιλότητα που χαρακτηρίζουν τον πραγματικό φυσικό κόσμο αγνοούνται.

2.     η αίρεση των φυσικών οντοτήτων έξω από το οικοσυστημικό τους πλαίσιο από τη στιγμή που θα τους αποδοθεί αποκλειστικά οικονομική αξία, καθώς και η εξωτερίκευση του περιβαλλοντικού κόστους, υποβαθμίζει τις ίδιες τις συνθήκες της παραγωγής. Έτσι, αφενός δυσκολεύει η διαδικασία παραγωγής προϊόντων και αφετέρου ακριβαίνει η παραγωγή. Τα αποτέλεσμα είναι οι κρίσεις υπο-παραγωγής. Ετσι, η ρύπανση του Θερμαϊκού όχι μονάχα μείωσε το αλίευμα που έφτανε στην αγορά της Θεσσαλονίκης, αλλά ανέβασε και το κόστος της ιχθυοπαραγωγής στο βαθμό που οι ψαράδες αναγκάζονταν να ψαρεύουν σε πιο μακρυνές αποστάσεις. Πρόσθετη αύξηση των τιμών οφείλεται και στο κόστος εισαγωγής αλιευμάτων ώστε να καλυφθούν οι τοπικές ανάγκες. Τούτες οι κρίσεις υπο-παραγωγής σε συνδυασμό με τις κλασσικές πληθωριστικές κρίσεις υπερ-παραγωγής είναι υπεύθυνες την κρίση του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος και εξηγούν τις δυσκολίες εξόδου από αυτήν.

3.     επιδιώκοντας να καταργήσουν την εποχικότητα και να συμπιέσουν τη διάρκεια των οικορυθμιζόμενων φυσικών διεργασιών οι ανάγκες της καπιταλιστικής κυκλοφορίας και συσσώρευσης συντείνουν στη μεγέθυνση του περιβαλλοντικού προβλήματος και επάγουν τις διατροφικές κρίσεις που ξεσπούν όλο και συχνότερα.

4.     ο κυριαρχικός ρόλος που αποδίδεται στο συγκεντρωμένο κεφάλαιο αγνοεί το γεγονός ότι στο πλαίσιο των πολυπολικών σύγχρονων κοινωνιών σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν πλήθος διαμορφώσεων όπως είναι τα γραφειοκρατικά δίκτυα, οι κινήσεις πολιτών, ιδεολογικά δίκτυα όπως η εκκλησία, αλλά ακόμα και στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος όπως οι αλλαγές στο κλίμα, οι σεισμοί κλπ. Για την οικοαριστερά η διαστρωμάτωση των σύγχρονων κοινωνιών εκφράζεται όχι μονάχα στα επίπεδα της οικονομίας, της πολιτικής και της ιδεολογίας αλλά και στο επίπεδο των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση.

Με βάση όλα τα παραπάνω η οικοαριστερά υποστηρίζει ότι η ιδιομορφία των φυσικών διαδικασιών και των προϊόντων που αυτές γεννούν, είναι ζωτικής σημασίας για την παραγωγική διαδικασία. Αυτό συμβαίνει γιατί εκτός από την εργασία, πηγή πλούτου σ’ αυτό τον κόσμο είναι και η φύση. Πράγμα που θα πει, ότι ο συγκεκριμένος κόσμος που ζούμε είναι πολυποίκιλος και συγκροτείται από ορυκτά, φυτικά και ζωικά είδη, οικοσυστήματα και τοπία. Κοντολογίς, η οικολογική αριστερά υποστηρίζει ότι οι φυσικές οντότητες δεν συνιστούν παθητικά αντικείμενα στη διάθεση του κεφαλαίου αλλά η τοπική φύση υπήρξε και εξακολουθεί να είναι πρωταγωνιστικό στοιχείο για τη ζωή όλων των οργανισμών και των ανθρώπινων κοινωνιών σε κάθε τόπο.

Η οικοαριστερα θέτοντας στο επίκεντρο της προβληματικής της την διαλεκτική σχέση κοινωνίας-φύσης και τις συνέπειες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην διαμόρφωση αυτής της σχέσης ξεφεύγει από επιφανειακές και τεχνοκρατικές προσεγγίσεις και αγγίζει τον πυρήνα του ζητήματος. Οι ακολουθούμενες οικολογικές πολιτικές δεν αντιμετωπίζονται ως ταξικά ουδέτερες αλλά ως πολιτικές που εξυπηρετούν συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και επομένως έχουν συγκεκριμένα οφέλη και κόστη άνισα κατανεμημένα. Η καταστροφή των φυσικών πόρων, οι πολιτικές προστασίας και διαχείρισης τους αλλά και οι συγκρούσεις που ανακύπτουν στα διάφορα επίπεδα εφαρμογής αυτών των πολιτικών δεν είναι στενά οικολογικά ζητήματα αφού δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά σε απομόνωση από το πολιτικό κοινωνικό και οικονομικά πλαίσιο μέσα στα οποία δημιουργούνται.

Σε τούτο τον κόσμο της οικοαριστεράς έχουμε να κάνουμε όχι απλά με αναγκαίες αλλά, πολύ περισσότερο, με δρώσες φυσικές συνιστώσες της συνεχούς διαδικασίας κυκλοφορίας και συσσώρευσης. Η υλικότητα των φυσικών οντοτήτων στη γεωργία, την αλιεία, την υλοτομία, τη βιομηχανία και το εμπόριο έθετε, θέτει, και θα εξακολουθεί να θέτει ιστορικά όρια στην κεφαλαιακή συσσώρευση. Πρόσφατα, η περίπτωση των τρελών αγελάδων έδειξε τα όρια εκμετάλλευσης του βιολογικού υλικού, η παραβίαση των οποίων επηρέασε όχι μόνο την υγεία των ανθρώπων αλλά συγκλόνισε τη βιομηχανία κρέατος και τη συνολική αγροτική πολιτική στην Ευρώπη.

Τέλος -και το σημαντικότερο- είναι ότι η οικοαριστερά είναι σε θέση να προτείνει μια οικολογική ηθική που πηγάζει από την ανάγκη εξοικείωσης των ανθρώπων με τα πράγματα γύρω τους και που απλώνεται από τις βιωματικές σχέσεις και φτάνει στη σκέψη και τη φαντασίωση. Η ηθική μας στάση ξεκινάει απ’ τη μαρξιστική θέση ότι ο άνθρωπος εξωτερικεύει τις δυνάμεις του, τα ταλέντα του, τις δυνατότητές του στα φυσικά αντικείμενα που τον περιβάλλουν. Μέσα από αυτά τα φυσικά αντικείμενα ο άνθρωπος πραγματώνει τις δυνατότητές του και αποκτά συνείδηση του εαυτού του, διαμορφώνει με άλλα λόγια μέρος της ταυτότητάς του. Έτσι, μέσω της δραστηριότητά του ο άνθρωπος κάνει τη φύση μέρος του εαυτού του, αλλά και τον εαυτό του μέρος της φύσης. Αυτός ο διαλεκτικός τρόπος αντίληψης των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση επιβάλει υποχρεώσεις όχι μόνο απέναντι στους άλλους ανθρώπους αλλά και απέναντι σε κάθε τι φυσικό, αφού αυτή είναι μια υποχρέωση απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό, μέρος της ταυτότητάς του οποίου είναι και η φύση γύρω του.

Για την Οικοαριστερή Διακυβέρνηση

Η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και η συνακόλουθη υποβάθμισή τους ως αξιών χρήσης αποτέλεσε μία από τις βάσεις που στήριξαν την οικονομική μεγέθυνση των σύγχρονων κοινωνιών. Για το λόγο αυτό η βαθειά κρίση που εμφανίζει το παγκόσμιο σύστημα είναι και οικολογική πέρα από οικονομική.

Σε αυτές τις συνθήκες το ζήτημα του ελέγχου των φυσικών πόρων γίνεται κρίσιμο. Το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο επιδιώκει τον πλήρη έλεγχο των φυσικών πόρων και χρησιμοποιεί κάθε μέσον πίεσης προς τις τοπικές κοινωνίες στις οποίες παραδοσιακά ανήκει η διαχείριση των ελεύθερων αγαθών. Για το λόγο αυτό οι διαδικασίες συγκέντρωσης κεφαλαίου έρχονται να υπονομεύσουν την κοινωνική ειρήνη, με την κοινωνία να απαιτεί την προστασία και την αναβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος προς όφελος των πολιτών.

Για να διασφαλίσει τον έλεγχο των φυσικών πόρων το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο επιδιώκει:

(α) η παγκόσμια περιβαλλοντική πολιτική να μην περιορίζεται πλέον στα έθνη κράτη, αλλά να χαρακτηρίζεται από αυξημένη συμμετοχή διαφόρων φορέων, κυρίως μη κρατικών, όπως ΜΚΟ, πολυεθνικές, διεθνικών μορφωμάτων κλπ.

(β) αυτή η αυξημένη συμμετοχή να οδηγήσει στη δημιουργία νέων θεσμικών φορέων (institutions) που συγκροτούν ένα σύνολο από δομημένα και σταθερά πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία καθοδηγούνται και υποστηρίζονται από ευρύτερες κοινωνικές αξίες και καθορισμένους κώδικες ορθής διαχείρισης και

(γ) το αναδυόμενο σύστημα της παγκόσμιας διακυβέρνησης να χαρακτηρίζεται από μία αυξημένη κατάτμηση και στρωματοποίηση σε διαφορετικά επίπεδα διαμόρφωσης και εφαρμογής κανόνων καθώς επίσης και σε διαφορετικά επίπεδα λήψης αποφάσεων όπως τοπικό, εθνικό, διακρατικό, περιφερειακό και παγκόσμιο, τα οποία είναι αλληλοσυνδεόμενα και αλληλοεπηρεαζόμενα .

Σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης οι διαμάχες σχετικά με τις κλίμακες όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις οξύνονται με τις πολυεθνικές εταιρίες, αλλά και άλλες διεθνικές δομές όπως η ΕΕ, η ΔΤ, το ΔΝΤ, η GGAT κλπ. να επιδιώκουν τον έλεγχο των περιβαλλοντικών πολιτικών που εφαρμόζονται τοπικά. Όμως οι κεντρικές αποφάσεις και οι έλεγχοι είναι ασύμβατοι με φυσικές και κοινωνικές διαδικασίες που πραγματώνονται σε τοπικό επίπεδο. Η ασυμβατότητα έγκειται στο γεγονός ότι η παραγωγή πλούτου πραγματοποιείται μεν με τοπική περιβαλλοντική δαπάνη, όμως κατά μεγάλο ποσοστό μεταφέρεται και αξιοποιείται έξω από τα τοπικά όρια. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ασυμβατότητα συμφερόντων, προτεραιοτήτων και συμπεριφορών που οδηγούν σε συγκρούσεις και ρήξεις της κοινωνικής συναίνεσης. Είναι κρίσιμο, λοιπόν, να εξεταστούν οι ευρύτερες κοινωνικό-οικονομικές αιτίες για την ανάδυση των συγκρούσεων στην εφαρμογή περιβαλλοντικών πολιτικών και συνακόλουθα να απαντηθεί το κατά πόσο η επίλυση των συγκρούσεων αυτών μπορεί να επιτευχθεί σε απομόνωση από άλλα κρίσιμα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα.

Υποστηρίζουμε ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα δε μπορούν να γίνουν κατανοητά σε απομόνωση από τα πολιτικά και οικονομικά πλαίσια μέσα στα οποία έχουν δημιουργηθεί, διαπίστωση που είναι κεντρικής σημασίας για την κατανόηση της έννοιας του «πολιτικοποιημένου» περιβάλλοντος (politicized environment) και της οικοαριστεράς. Πρέπει, επομένως, να εξετάσουμε πως διαχειριζόμαστε τους φυσικούς πόρους και επιπρόσθετα να κάνουμε τις απαραίτητες συνδέσεις ανάμεσα στις ατομικές πρακτικές και τις ευρύτερες οικονομικές διαδικασίες. Η έμφαση της οικοαριστεράς στη σύνδεση ανάμεσα στην πολιτική οικονομία και στην πραγματική κατάσταση του περιβάλλοντος προσφέρει μία σημαντική δυνατότητα κατανόησης δομών και διαδικασιών, οι οποίες στη διαλεκτική τους αλληλεπίδραση κατευθύνουν την κοινωνική και περιβαλλοντική δυναμική. Αυτά τα ερωτήματα, σχετίζονται άμεσα με την άσκηση της εξουσίας ή αλλιώς με το ποιος ελέγχει τι, για ποιο σκοπό, με τι αποτέλεσμα, με ποιο τρόπο με άλλα λόγια ποιος χάνει και ποιος κερδίζει.

Επιπρόσθετα, οι κεντρικές παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας επιδιώκουν την ένταξη των τοπικών κοινωνιών που διέθεταν παραδοσιακά σχετική αυτονομία στην περιφέρεια της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας με αποτέλεσμα τη διακινδύνευση της τοπικότητας σε όλα τα επίπεδα, το οικονομικό, το πολιτικό, εκείνο του πολιτισμού κι ετούτο της περιβαλλοντικής συνείδησης.

Τέλος, η πρόσδεση βασικών παραμέτρων της κοινωνικής ανέλιξης μιας περιοχής σε έναν και μοναδικό περιβαλλοντικό πόρο ενέχει τον κίνδυνο κοινωνικής κατάρρευσης όταν αυτός συμβεί να απαξιωθεί. Συνήθως οι τοπικές κοινωνίες συναισθάνονται τον κίνδυνο και διαβιούν υπό το κράτος αυτής της εκκρεμότητας.

Εν όψει όλων αυτών των διακινδυνεύσεων προβάλει αδήριτη η ανάγκη να μειωθεί η κλίμακα της περιβαλλοντικής διακυβέρνησης καθώς και η ανάγκη να δημιουργηθούν οικολογικά δίκτυα τοπικής εμβέλειας. Παρόλο τοπικά, τούτα τα δίκτυα έχουν ωστόσο στρατηγικό ρόλο σχετικά με τη στοχοθεσία, την οργάνωση σχημάτων χρηματοδότησης και τη διεκπεραίωση της περιβαλλοντικής διαχείρισης μέσα από διαδικασίες διαμόρφωσης συναίνεσης.

Υπό την πίεση της ΕΕ δημιουργήθηκε πριν λίγα χρόνια ένας νέος θεσμός περιβαλλοντικής διακυβέρνησης που ανταποκρίνονταν σε μεγάλο βαθμό στα παραπάνω χαρακτηριστικά, οι Φορείς Διαχείρισης . Πρόκειται για ετερογενή δίκτυα ανώτερου επιπέδου που συγκροτούνται από τα επιμέρους δίκτυα ή και φορείς που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Άλλα από αυτά τα επιμέρους δίκτυα, όπως το WWF, η ορνιθολογική εταιρεία, η ΜΟΜ κλπ. ανήκουν στη σφαίρα της κοινωνίας των πολιτών, άλλα, όπως οι τοπικές συνεταιριστικές οργανώσεις, εκπροσωπούν τοπικές παραγωγικές δραστηριότητες, άλλα αποτελούν βαθμίδες της τοπικής αυτοδιοίκησης (διαμερίσματα, δήμοι, νομαρχίες) και μερικά ανήκουν στο κεντρικό κράτος. Εντέλει, ο Φορέας Διαχείρισης είναι ένα υβρίδιο που τον οικοδομούν, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, Παραγωγικοί Φορείς, στοιχεία των Τοπικών και της Κεντρικής Κυβέρνησης. Μερικά από αυτά τα μορφώματα θέτουν ως στόχο τους την προάσπιση αυτού που είναι οικολογικώς ορθό, άλλα επιδιώκουν το συνδικαλιστικώς ορθό και άλλα το πολιτικώς ορθό.

Με την εκπροσώπηση όλων των επιπέδων όπου συναρθρώνεται η κοινωνική ζωή των ανθρώπων, ο Φορέας Διαχείρισης δε συγκροτεί μια άλλη μορφή της κοινωνίας των πολιτών ούτε όμως και αποτελεί το μακρύ χέρι του κράτους.

Διαβλέποντας τον προοδευτικό χαρακτήρα που θα μπορούσαν να παίξουν οι φορείς διαχείρισης οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ πρώτα και της ΝΔ μετά οδήγησαν το όλο εγχείρημα αρχικά στο μαρασμό και από κει στην απαξίωση. Όμως ούτε και η δική μας πλευρά αντιλήφθηκε το μέγεθος του εγχειρήματος και δεν έδωσε την οφειλόμενη μάχη για τη στήριξή του.

Για την οικοαριστερά ο Φορέας Διαχείρισης αποτελεί τον συγκρουσιακό χώρο πολυεπίπεδης εκπροσώπησης, όπου δημιουργούνται συνθήκες έντιμης και επίμονης διαπραγμάτευσης των διαφορών αφού, όπως έχει αποδειχθεί, ο μόνος αποτελεσματικός μηχανισμός περιβαλλοντικής διαχείρισης είναι η ομοφωνία που προσδίδει ηθικό κύρος και διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα της πολιτικής παρέμβασης του Φορέα Διαχείρισης. Ταυτόχρονα ο Φορέας Διαχείρισης αποτελεί το μόνο «εργαλείο» διαμόρφωσης και υλοποίησης συνεργατικής διαχείρισης των φυσικών πόρων.

Θα επιμείνουμε ότι κάθε μορφή συνεργατικής διαχείρισης των φυσικών πόρων είναι από τη φύση της μια πολιτική διαδικασία. Η συνεργατική διαχείριση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως ένας τρόπος «πέραν» της πολιτικής αλλά ως ένας διαφορετικός τρόπος άσκησης πολιτικής και, επομένως, θα συνιστούσε λάθος για τους συμμετέχοντες να έχουν την αυταπάτη ότι οι σχέσεις εξουσίας είναι λιγότερο σημαντικές σε ανεπίσημες διαπραγματεύσεις – ότι απλά επειδή κάθισαν σ’ ένα κοινό τραπέζι διαπραγματεύσεων έγιναν ίσοι με τους αντιπάλους τους. Για την ακρίβεια, η ποικιλία των συμμετεχόντων καθιστά τη διαπραγμάτευση ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο εγχείρημα ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας τις τεράστιες διαφορές (πολιτισμικές, ταξικές, εθνικές, σε σχέση με το φύλο κ.ά.) μεταξύ τους και τις διαφορές στη δυνατότητα παρέμβασης που αυτές παράγουν. Η χωρίς όρους χρήση συναινετικών διαδικασιών σε περιβαλλοντικές συγκρούσεις, όπου διακυβεύονται αντιθετικά συμφέροντα και αντιλήψεις για τη φύση, όχι μόνο μπορεί να ενδυναμώσει την απάθεια και την αδιαφορία θέτοντας μη ρεαλιστικές προσδοκίες για συμφωνία ανάμεσα σε αντιτιθέμενους φορείς αλλά επίσης νομιμοποιεί την περιβαλλοντική καταστροφή προτείνοντας ότι μία γνώμη είναι τόσο καλή όσο μια άλλη άσχετα από τις αποδείξεις. Μια τέτοια διαδικασία μπορεί, εν τέλει, να καταστείλει την ανοιχτή δημόσια συζήτηση μεροληπτώντας υπέρ της συμφωνίας και υποβαθμίζοντας τα επιχειρήματα που στηρίζουν τις διαφορετικές απόψεις .

Η διαμόρφωση των παραπάνω αρχών στο πλαίσιο μιας καλά σχεδιασμένης στρατηγικής περιβαλλοντικής διαχείρισης σε τοπικό, εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο θα μπορούσαν να συνεισφέρουν θετικά στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων εξασφαλίζοντας σε μεγάλο βαθμό την δυνατότητα εφαρμογής τους. Δυστυχώς όμως σήμερα το πλαίσιο αυτό κυρίως καθορίζεται από εξωτερικούς, των φορέων διαχείρισης, παράγοντες όπως η ύπαρξη η όχι εθνικής στρατηγικής και πολιτικής βούλησης, η απουσία των οποίων κάνει σχεδόν αδύνατη την όποια προσπάθεια επιτυχούς εφαρμογής περιβαλλοντικής πολιτικής στην Ελλάδα.

Εν κατακλείδι, ένα νέο μοντέλο λήψης αποφάσεων, που θα δίνει έμφαση στην ανάδειξη της διαφωνίας ως βασικού στοιχείου κατανόησης της πραγματικότητας, μπορεί να προσφέρει ένα πρακτικό μέσο για τη ενεργή συμμετοχή του κοινού στην πολιτική προστασίας του περιβάλλοντος, χωρίς να εγκαταλειφθούν, τόσο η προσπάθεια εύρεσης λύσεων όσο και οι επιστημονικές προσεγγίσεις. Αντίστοιχα, μια τέτοιου είδους κοινωνική συμμετοχή, θεμελιωμένη στην ανταλλαγή επιχειρημάτων και όχι στην επίπλαστη συμφωνία, αν και δεν αλλάζει άμεσα τις κοινωνικές ιεραρχίες που οδήγησαν στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, τουλάχιστον εγείρει τη γνώση και το ενδιαφέρον για τις δομές και διαδικασίες που είναι υπεύθυνες για αυτή την υποβάθμιση, μέσα από τον συνεχή διάλογο και τις συζητήσεις που ενεργοποιεί.

Βραχυπρόθεσμες πρακτικές προτάσεις

Στο πλαίσιο της οικοαριστεράς ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει ως προς τις περιβαλλοντικές πολιτικές να ενισχύσει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων από κάτω προς τα πάνω (από το τοπικό προς το περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο) και να περιορίσει τις διαδικασίες από πάνω προς τα κάτω (από ΕΕ προς εθνικό και τοπικό επίπεδο), δημιουργώντας και υποστηρίζοντας πολλαπλές τοπικές συλλογικότητες. Οι τοπικές αυτές συλλογικότητες θα πρέπει αφενός να είναι δικτυωμένες σε Εθνικά Δίκτυα και αφετέρου να είναι σε μια διαδραστική σχέση με τα όργανα διοίκησης και τις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ παίζοντας συμπληρωματικό ρόλο. Τα δίκτυα των περιβαλλοντικών τοπικών συλλογικοτήτων θα πρέπει με πολιτική πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ να επηρεάζουν τα διάφορα επίπεδα λήψης αποφάσεων με στόχο την διαμόρφωση εθνικής περιβαλλοντικής στρατηγικής με συνδυασμό τόσο των ευρωπαϊκών κατευθύνσεων και υποχρεώσεων όσο και των τοπικών αναγκών και ιδιαιτεροτήτων.

Στην κεντρική πολιτική θα πρέπει να προταθεί η δημιουργία Υπουργείου Περιβάλλοντος με κεντρική ευθύνη την παραγωγή Εθνικής Περιβαλλοντικής Πολιτικής σε ρόλο συντονιστικό με αποκεντρωμένες αρμοδιότητες. Πρακτικά για την υλοποίηση αυτής της πολιτικής απαιτείται:

1. Μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων, για την αντιμετώπιση των οξυμμένων περιβαλλοντικών και οικολογικών προβλημάτων, στα διαφορετικά επίπεδα λήψης αποφάσεων (περιφέρεια, νομός, δήμος). Προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση αυτού του εγχειρήματος αποτελεί η αλλαγή του εκλογικού συστήματος με την καθιέρωση της απλή αναλογικής σε όλα τα επίπεδα.

2. Μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων σε θεσμοθετημένους φορείς που θα πρέπει να έχουν την εξουσιοδότηση για την εφαρμογή συγκεκριμένων θεματικών περιβαλλοντικών πολιτικών (πχ Φορείς Διαχείρισης)

3. Ο φορέας ελέγχου της εφαρμογής των περιβαλλοντικών πολιτικών θα πρέπει να είναι άλλος από τον φορέα σχεδιασμού των πολιτικών αυτών δηλαδή το Υπουργείο Περιβάλλοντος. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να προτείνει την δημιουργία ενός Οργανισμού ελέγχου της εφαρμογής και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των περιβαλλοντικών πολιτικών που να είναι αυτόνομος και να λογοδοτεί απευθείας στη Βουλή των Ελλήνων. (Ενδεικτική ονομασία αυτής της δομής Εθνικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Πολιτικής και που θα αντικαταστήσει το ΕΚΠΑΑ). Υπό τον έλεγχο αυτού του οργανισμού θα βρίσκονται επιτροπές παρακολούθησης έργων τοπικής, περιφερειακής και εθνικής εμβέλειας, που υλοποιούνται με εθνική και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Στην αρμοδιότητα των επιτροπών αυτών εμπίπτουν, ο έλεγχος και η παρακολούθηση των περιβαλλοντικών όρων των έργων και  η ενημέρωση των πολιτών

4. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να αναλάβει την πρωτοβουλία δημιουργίας επιμελητηρίου περιβάλλοντος με θεσμοθετημένο συμβουλευτικό ρόλο στο πλάι δημόσιων και ιδιωτικών φορέων.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου