Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Για την Οικολογία και την Αριστερά του Γιάννη Σχίζα

 

 Η Οικολογία εμφανίζεται στη δεκαετία του 1970  μέσα σε  ένα κλίμα γενικευμένης,   «αριστεροδεξιάς» συναίνεσης,  όσον αφορά την έννοια των  παραγωγικών δυνάμεων(ΠΔ) και  τη   διασύνδεση οικονομικής μεγέθυνσης  και ευημερίας. Πορευόμενη  εν μέσω  πολιτικών δεινοσαύρων,  θα παρουσιαστεί   για μια ολόκληρη περίοδο σαν μια  κοινωνικο-επιστημονική  κριτική των  κατεστημένων παραγωγικών δυνάμεων : Tων πυρηνικών αντιδραστήρων, της χημειοδίαιτης γεωργίας, των ενεργειοβόρων και ρυπογόνων μεταφορικών μέσων  κλπ.Στη πορεία αυτή  το πλειοψηφικά  «απολίτικο» παρουσιαστικό της   θα συνδεθεί  ιδιαίτερα  με το   ιδεολόγημα  της «προστασίας  του περιβάλλοντος» , που τίθεται  σε ευρύτερα ακροατήρια και κατανοείται  από αυτά σαν  πρακτική προστασίας πραγμάτων και εξωανθρώπινων όντων – της χλωρίδας ,  της πανίδας, των βιοτόπων.   Η πρόκριση  της συγκεκριμένης σημειολογίας -  δηλαδή  «προστασία του περιβάλλοντος» αντί  «προστασία της   ποιότητας ζωής δια μέσου της προστασίας του περιβάλλοντος»  -   θα  προσφέρει ένα ακόμη  «απολίτικο επίχρισμα» σε μεγάλα τμήματα του  οικολογικού κινήματος , όμως θα έχει σημαντικές παρενέργειες  στην  αφομοίωση και καταξίωση των νέων ιδεών .......

 Ανεξάρτητα  από τις οποιεσδήποτε «απολιτικές αμφιέσεις» η οικολογία  θα στοιχειοθετήσει μια  σημαντική  κριτική των κατεστημένων παραγωγικών δυνάμεων(ΠΔ) και του αντίστοιχου  μοντέλου κατανάλωσης. Στη πορεία εκδίπλωσης  αυτού του ρόλου  μέσα σε ένα πλαίσιο συγκρουσιακών καταστάσεων  ανάμεσα σε ταξικές, εθνικές, τοπικές, πολιτιστικές , ηλικιακές και άλλες συλλογικότητες, καθώς επίσης και  ανάμεσα σε παραδοσιακά διαμορφωμένες πολιτικές δυνάμεις,  θα  αντιμετωπίσει διλήμματα και ζητήματα .   Η οικολογία δεν μπορεί να είναι υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου και του αντίστοιχου τρόπου ζωής που εκπροσωπείται από  τα μεταλλαγμένα είδη , την  καταναλωτική γκλαμουριά  , τα θηριώδη οικιστικά συγκροτήματα, όπως επίσης δεν μπορεί να είναι υπέρ της μικρομεσαίας εφόδου εναντίον της φύσης και του δομημένου περιβάλλοντος. Δεν μπορεί να είναι εναντίον της Νέας Τάξης  χωρίς να υιοθετεί  πολιτικές προτάσεις  για μια συμβιωτική σχέση των εθνικών σχηματισμών.  Δεν μπορεί να είναι ευρωπαϊστική και ταυτόχρονα να είναι ανεκτική απέναντι στα αυτοκρατορικά όνειρα χωρών όπως η Τουρκία , δεν μπορεί να  υπερασπίζει την εντοπιότητα χωρίς να συγκρούεται με τον τοπικισμό, δεν  μπορεί να αντιτίθεται στον πολιτισμό της αγοραίας μετριοκρατίας  χωρίς  να  συμπαρατάσσεται με το δημιουργικό όνειρο και τον ελευθεριακό πολιτισμό.

ΤΑ    ΓΚΑΛΟΠ   ΟΥ ΜΕΝΕΤΟΙ

Σήμερα η πολιτική οικολογία  εξακολουθεί να διαθέτει κάτι από την «αόριστη γοητεία» του Καβαφικού ποιήματος , όμως κάθε άλλο παρά έχει δοκιμασθεί στη παρουσίαση των ευρύτερων, μη περιβαλλοντικών απόψεών της, στα μεγάλα πολιτικά μέτωπα.  Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ του Οικολογισμού «μυρίζουν» πίσω από την  εσπευσμένη επιλογή της ευρωλίστας των Οικολόγων Πρασίνων (Δεκέμβριος 2008) ή πίσω από τη  διαβεβαίωση του Μ.Τρεμόπουλου ότι το σχήμα αυτό «διαθέτει πλήρεις θέσεις από τον Μάρτιο του 2007» (www.ppol.gr 14.2.2009) , την διάθεση παραγωγής τετελεσμένων  γεγονότων  εις  βάρος παντός ενδιαφερομένου  να συζητήσει με  μη οπαδικούς όρους .... Εξ άλλου οι έχοντες γνώση των παλαιοκομμουνιστικών «τριτοδιεθνιστικών» συμπεριφορών,  ενοχλούνται από το διαρκές  και αντιαισθητικό «κοκόρεμα»  των Ο.Π  ως  «αποκλειστικών  εν Ελλάδι αντιπροσώπων» του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος, ενώ παράλληλα  αδυνατούν να καταλάβουν την απέκδυση του «ελληνικού παραρτήματος»  από τις οποιεσδήποτε ευθύνες της  ηγεσίας των Κον Μπεντίτ, Μόνικα Φρασόνι,  Κλαούντια Ροτ  κ.ά.:  Ευθύνες  σχετικά με παλιότερα ή πρόσφατα ζητήματα όπως ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία και στο Ιράκ, η προώθηση του αποικιακού σχεδίου Ανάν, η παρέμβαση στο ιρλανδικό δημοψήφισμα ή στην  υπόθεση των Σκοπίων – με την καταγγελία μάλιστα της Ελλάδας ως «ταραχοποιού χώρας»(trouble making country, Δεκέμβριος 2006).

Η συμμετοχή σε μια «πολιτική επιχείρηση» με στόχο την «συν-είσπραξη» του τζίρου χωρίς όμως συμμετοχή στις ζημιές ή τα κόστη, δεν προδίδει βεβαίως σοβαρότητα.  Σοβαρότητα  επίσης δεν δηλώνει και  η διαβεβαίωση του Μ.Τρεμόπουλου ότι "οι ΟΠ δε σκοπεύουν να κυβερνήσουν" – που θυμίζει αμυδρά την  αείμνηστη   πρόταση  Αλαβάνου-Τσίπρα στην περίοδο  των παχιών γκαλοπικών αγελάδων,  «για μια αριστερή διακυβέρνηση της χώρας». Υπογραμμίζοντας  λοιπόν το αυτονόητο, θα λέγαμε ότι οι  ΟΠ δεν έχουν μεγαλώσει τόσο ώστε να σκέπτονται με όρους της  πολιτικής «πρέμιερ λιγκ». Κι ακόμη θα υπενθυμίζαμε ότι τα γκάλοπ «ου μενετοι» -  όπως απέδειξε η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ ή πάλαι ποτέ του κόμματος του Δ. Αβραμόπουλου...

 Η ΑΓΑΠΗ  ΔΟΥΛΕΥΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

 Η πορεία για την κατάκτηση  ενός νέου οικολογικού-εναλλακτικού  πνεύματος,  μη σεκταριστικού, μη φοβικού, μη αυτάρεσκου, με στόχο τη διάπλαση  προτάσεων και δράσεων ευρείας αποδοχής, συμπορεύσεων, συμμαχιών και ό,τι ήθελε προκύψει -  μη αποκλειομένων και των συγκυβερνήσεων !  -  είναι αναμφίβολα μια πορεία που απαιτεί μεγάλη πολιτική ενέργεια, πρωτίστως δε συλλογικό πνεύμα και όχι παραγοντισμό.Προς το παρόν αυτό που υπάρχει διάσπαρτο, σαν «πέντε και στο χέρι» και όχι  σαν το «δέκα και καρτέρει» του παραγοντισμού, είναι το μεγάλο κινηματικό μέτωπο της οικολογίας. Αυτό  που εκφράζεται  σε πολλές περιοχές του υπαρκτού πολιτικού φάσματος, πρωτίστως δε στο πλαίσιο που  θα μπορούσαμε να ονοματίσουμε ως ευρεία , κοινωνική αριστερά.

Επιστρέφουμε λοιπόν στην  κινηματική κριτική των παραγωγικών δυνάμεων, μακριά από τη λογική του οικονομισμού, μακριά από το μάταιο  όνειρο της ανατροπής των παραγωγικών σχέσεων του καπιταλισμού δια μέσου της απλής σώρευσης  ΠΔ.. Η οικολογική και εναλλακτική  αντιπαράθεση με τις ΠΔ του ανεπτυγμένου  καπιταλισμού , ανοίγει το δρόμο για τη συνηγορία με άλλου τύπου παραγωγικές σχέσεις : Σχέσεις δημοκρατικής  συνεργασίας σε όλα τα  κοινωνικά επίπεδα,   αντίπαλες με  αυτές που αποδέχονται τα χρυσά ή επιχρυσωμένα αγόρια του συστήματος,  συμβατές με  περισσότερο ελεύθερο χρόνο, περισσότερα δημόσια και κοινόχρηστα αγαθά, ποιοτική ατομική κατανάλωση.  Είναι  μια άλλη όδευση προς  τη κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, που  απέχει  από τη λενινιστική  διαδρομή της  συντριβής του κράτους μέσω της χρησιμοποίησης  επαγγελματιών επαναστατών,   κι ακόμη  περισσότερο  από την Καουτσκική  αντίληψη της κατάληψης  και εν συνεχεία «χρησιμοποίησης»  του κράτους  για καλούς σκοπούς.....

Σήμερα ένα μεγάλο μέρος του διεθνούς οικολογισμού επιχειρεί να «παντρέψει»  βασικές οικολογικές προτάσεις – υπέρ των   ήπιων μορφών ενέργειας, της  αειφορικής διαχείρισης των φυσικών πόρων  κλπ-  με  πολιτικές  απόψεις κοντινές στους «μέσους όρους προοδευτικότητας». Όμως ο καλυτερος οδηγός για τη τακτική και στρατηγική της οικολογικής αλλαγής προκύπτει από την  εμβάθυνση στην  κριτική των ΠΔ και του όλου «τρόπου ζωής», με βάση  αρχές και αντιλήψεις που διατυπώθηκαν τουλάχιστον πριν τρεις δεκαετίες από τους Πιερ Σαμουέλ, Αντρέ Γκορζ, Ιβάν Ίλιτς κ.ά.   Αν ο σοσιαλισμός δεν είναι ένα απλό επίπεδο αφθονίας ,   αν σοσιαλισμός είναι πρωτίστως ποιότητα ζωής, εργασίας, κατανάλωσης και πολιτισμού, τότε  οι  σημερινοί αγώνες   ποιότητας ζωής είναι σε θέση να επιφέρουν στην υπάρχουσα  κατάσταση πραγμάτων  αποφασιστικά  ρήγματα. Αυτά δηλαδή   που αδυνατούν να προκαλέσουν οι  απλοί, ποσοτικοί και αναδιανεμητικοί αγώνες.

Η σοσιαλιστική διαδρομή δεν είναι μια διαδρομή  μακιαβελικών χειρισμών εν αναμονή του βασιλείου της ελευθερίας, αλλά μια διαδρομή ανάπτυξης  ποιοτικής δημόσιας ζωής. Αντίθετα η  λογική των επαναστατικών ταγμάτων εφόδου όπως  και των γκρίζων επαγγελματιών του πολιτικού θεάματος, είναι αδιέξοδη. Σήμερα , μετά από αναρίθμητα παθήματα, απομένει  σαν μάθημα ότι η κοινωνική αλλαγή απαιτεί όχι μόνο την  κριτική του υπάρχοντος αλλά και θετικές – εναλλακτικές στάσεις . Να επιστρέψουμε λοιπόν σε αυτό που  έλεγε ένα παλιό τραγούδι του Σαββόπουλου :  «η αγάπη δουλεύει για το σοσιαλισμό»....   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου